Θρομβοφιλία και εγκυμοσύνη: Πώς συνδέονται

Θρομβοφιλία και εγκυμοσύνη είναι δύο λέξεις που μπορεί να συναντήσουμε στην ίδια πρόταση. Κι αυτό γιατί η θρομβοφιλία, μια διαταραχή της πήξης του αίματος που οδηγεί στη δημιουργία θρόμβων, βρίσκει εύφορο έδαφος κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, κατά την οποία ο μηχανισμός πήξης του αίματος μεταβάλλεται, ώστε να προστατεύσει την έγκυο από μια αιμορραγία κατά τον τοκετό. 

Με δεδομένη την αυξημένη πιθανότητα επεισοδίων θρόμβωσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στις ασθενείς με θρομβοφιλία, ο έλεγχος  είναι ακόμα πιο απαραίτητος για τις εγκύους, αφού έχει συνδεθεί με σοβαρές συνέπειες για την υγεία του εμβρύου. Από την άλλη, μια έγκυος γυναίκα που διαγιγνώσκεται με θρομβοφιλία δεν σημαίνει πως θα εμφανίσει απαραίτητα κάποια επιπλοκή. Μπορεί να μην υπάρξει κανένα επεισόδιο, αλλά μπορεί και να προκύψουν σοβαρά προβλήματα, τα οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποφευχθούν.

Η θρομβοφιλία και η σύνδεσή της με την εγκυμοσύνη

Τι είναι όμως η θρομβοφιλία και πώς μπορεί να επηρεάσει μια εγκυμοσύνη; Η θρομβοφιλία είναι μια κατάσταση κατά την οποία αυξάνεται ο κίνδυνος δημιουργίας θρόμβων στα αγγεία. Μπορεί να είναι κληρονομική, εξαιτίας γονιδιακής βλάβης ή επίκτητη, απόρροια διαταραχής του ανοσοποιητικού συστήματος που επηρεάζει τον μηχανισμό πήξης αίματος ή συνέπεια παθήσεων όπως ο διαβήτης και ο καρκίνος, αλλά και καταστάσεων όπως η εγκυμοσύνη, η παχυσαρκία και η ακινησία.

Το πού θα εμφανιστεί η θρόμβωση είναι καθοριστικός παράγοντας για το αν μια εγκυμοσύνη θα επηρεαστεί. Έτσι, αν ο θρόμβος εμφανιστεί σε ένα αγγείο του ενδομητρίου ή του πλακούντα αυξάνεται ο κίνδυνος αποβολής ή και ενδομητρίου θανάτου. Ειδικότερα, η θρομβοφιλία έχει συνδεθεί κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης με την αποκόλληση του πλακούντα, την προεκλαμψία, τον πρόωρο τοκετό, την αποβολή, την υστέρηση της ανάπτυξης του εμβρύου, τη γέννηση λιποβαρών νεογνών, ακόμα και με τον ενδομήτριο θάνατο.

Διάγνωση και φαρμακευτική αντιμετώπιση της θρομβοφιλίας

Υπάρχουν κάποιοι παράγοντες κινδύνου που χτυπούν «καμπανάκι» για τον έλεγχο τυχόν θρομβοφιλίας. Αυτοί είναι οι επαναλαμβανόμενες αποβολές κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου, το οικογενειακό ιστορικό (συγγενείς 1ου βαθμού με θρομβοφιλία), το ιστορικό επιπλοκών που αφορούν τον πλακούντα, όπως είναι η προεκλαμψία και η αποκόλληση, αλλά και προϋπάρχοντα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο ερυθηματώδης λύκος.

Εφόσον κάποιος από αυτούς τους παράγοντες είναι παρών, καλό είναι να διενεργούνται ειδικές αιματολογικές εξετάσεις πήξης, όπως PT, aPTT, ινωδογόνο, πρωτεΐνη C, δραστικότητα πρωτεΐνης S, αντιθρομβίνη ΙΙΙ, APCR, αντιπηκτικό του λύκου, ομοκυστεΐνη, d-dimmers, ανοσολογικές, όπως αντικαρδιολιπινικά αντισώματα IgG και IgM, αντι- β2 -γλυκοπρωτείνη IgG και IgM και μοριακός έλεγχος, όπως , MTHFR A1298C, MTHFR C677T, FV G1691A, FV R2 3980 A>G,  FII G20210A.

Για την αντιμετώπιση των επιπλοκών της θρομβοφιλίας κατά την εγκυμοσύνη ο ειδικός αιματολόγος, αφού αξιολογήσει τις εξετάσεις, θα αποφασίσει τη χορήγηση της κατάλληλης για την περίοδο προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής, που είναι ασφαλής για το έμβρυο και λειτουργεί προστατευτικά απέναντι σε επεισόδια θρόμβωσης. Ενδεχομένως να χρειαστεί τροποποίηση της δόσης όσο εξελίσσεται η εγκυμοσύνη, ενώ ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη χορήγησή της κοντά στον τοκετό, αλλά και στο πότε θα διακοπεί.

Πέραν της προφυλακτικής αντιπηκτικής αγωγής θα πρέπει η έγκυος να βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση για τυχόν επιπλοκές. 

Η θρομβοφιλίαδεν πρέπει να πανικοβάλλει την έγκυο ούτε πρέπει να θεωρείται απαγορευτική για μια γυναίκα που θέλει να μείνει έγκυος. Με την προφυλακτική αγωγή και τη στενή παρακολούθηση μπορεί να εξασφαλιστεί μια εγκυμοσύνη χωρίς προβλήματα, αρκεί εγκαίρως να διαγνωστεί η εν λόγω διαταραχή.

GET THE INFO